Ploigisi_top.jpg
bottom.jpg

«Κατέβη δεδικαιωμένoς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ»

telonis farisaios4ύο εἰκόνες ἀντίθετες ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ διδακτικές, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς παρουσιάζει ἡ περικοπὴ τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Δύο ἄνθρωποι ξεκινοῦν γιὰ ἕνα κοινὸ σκοπὸ ἀλλὰ καταλήγουν σὲ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ὁ ἕνας εἶναι Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος Τελώνης. Ἔρχονται στὸ ναὸ καὶ αὐτὸ δείχνει πῶς τὸ θρησκευτικό τους συναίσθημα εἶναι βαθιὰ ριζωμένο καὶ δὲν χάνεται ὅσο καὶ ἂν τὸ καταπιέζει ἡ κακία καὶ ἡ ἁμαρτία, ὅσο καὶ ἂν μὲ χίλιους τρόπους ἀγωνίζονται νὰ τὸ ξεριζώσουν. Ὁ Φαρισαῖος ἀνήκει στὴ τάξη τῶν ἀνθρώπων τῆς πίστεως. Κρατάει τὸ νόμο καὶ τοὺς προφῆτες καὶ θεωρεῖται καλὸς καὶ ἅγιος.

Ὅμως εἶναι ὑποκριτής. Ἐκμεταλλεύεται τὴ θρησκεία καὶ τὴν εὐσέβεια τοῦ λαοῦ. Προσεύχεται μεγαλόφωνα, γιὰ νὰ τὸν καμαρώνουν καὶ νὰ τὸν ἐπαινοῦν οἱ ἄλλοι. Ὁ ἄλλος ἦταν τελώνης. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τελώνης ἦταν τὸ φοβερὸ ἐπάγγελμα ποὺ σήμαινε καταπίεση, ἐκμετάλλευση καὶ ἀδικία. Ἦλθαν καὶ οἱ δύο στὸ ναό. Ὅμως τί ἔπρεπε νὰ κάνουν γιὰ νὰ εἶναι δεκτὴ ἡ προσευχή τους ἀπὸ τὸ Θεό; Ἔπρεπε νὰ γκρεμίσουν τὰ εἴδωλα ποὺ τοὺς τυραννοῦσαν. Νὰ γνωρίσουν σωστὰ τὸν ἀληθινὸ Θεό, νὰ κατανοήσουν τὴν θρησκεία τῆς ἀγάπης ποὺ ἔλειπε καὶ ἀπὸ τοὺς δύο. Ἔρχονται νὰ κτυπήσουν τὴν θύρα τοῦ ἐλέους καὶ τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Τοὺς ἐμποδίζει ἡ ἁμαρτία τους.

Ὁ Φαρισαῖος προχωρεῖ καὶ σταματάει στὴ μέση του ναοῦ, κοιτάζει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἂν τὸν βλέπουν γιὰ νὰ καμαρώνουν τὴ μεγαλοπρέπειά του καὶ τὴν ἁγιότητα, τὴν εὐλάβεια καὶ τὰ καλά του ἔργα. Ἡ λατρεία του δὲν ἀπευθύνεται στὸ Θεό. Ἐκεῖνος λατρεύει τὸν ἑαυτό του, τὸ ἐγώ του. Ἡ προσευχὴ τοῦ εἶναι ἕνα ἐγκώμιο, ἕνας ἔπαινος τῆς φαινομενικῆς ἀρετῆς του. Σὲ εὐχαριστῶ Θεέ μου, λέει, γιατί δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους ἢ καὶ σὰν αὐτὸν τὸν δυστυχισμένο Τελώνη. Ἐγὼ τηρῶ τὸν νόμο, γιατί νηστεύω, προσφέρω ἐλεημοσύνη καὶ τηρῶ τὶς ὑποχρεώσεις μου στὸ ναό σου. Ἀρετὴ δὲν εἶχε καὶ τοὺς ἄλλους κατέκρινε.

Ὕψωνε τὸ ἀνάστημά του, καὶ τοὺς ἄλλους τοὺς ἔβλεπε τιποτένιους καὶ μηδαμινούς. Δὲν εἶχε καμιὰ συναίσθηση τῆς ψυχικῆς του καταστάσεως. Θὰ νόμιζε κανεὶς πῶς ἦταν ὅλοι ἕτοιμοι νὰ τὸν θαυμάσουν, νὰ τὸν ἐπαινέσουν ἀκόμα καὶ νὰ τὸν προσκυνήσουν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ αἰώνιοι Φαρισαῖοι ὑποκριτές. Εἶναι λύκοι μὲ ἔνδυμα προβάτου. Αἰώνιοι ἐκμεταλλευτὲς τῆς πίστεως, μὲ τὸν ἐπενδύτη τῆς ἁγιότητας. Φαρισαῖοι ποὺ μὲ τὸ προσωπεῖο τοῦ σοφοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ἡγέτη, ἐκμεταλλεύονται τὴν ἀφέλεια τοῦ λαοῦ μὲ παράνομα συστήματα καὶ καταχθόνια σχέδια. Ἔξω στὴν αὐλή, στέκεται ὁ τελώνης. Δὲν τολμᾶ νὰ μπεῖ μέσα.

Εἶναι σκυμμένος κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς τῶν ἁμαρτιῶν του. Συναισθάνεται τὴν ψυχική του κατάσταση. Εἶναι περίλυπος καὶ δὲν σηκώνει οὔτε τὰ μάτια ψηλά. Κτυπᾶ τὸ στῆθος του μὲ τὰ χέρια δυνατὰ καὶ ἢ καρδιὰ τοῦ μέσα σπαράσσεται καὶ πονάει. Συλλογίζεται τὰ λάθη του, τὶς ἀδικίες, τὴ σκληρὴ καὶ πονηρὴ συμπεριφορά του στοὺς ἄλλους. Δὲν τολμᾶ νὰ πεῖ τίποτε. Εἶναι ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ παίρνει τὴν ἀπόφαση νὰ μετανοήση. Λίγες λέξεις μόνο προφέρουν τὰ χείλη του: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῶ». Γνωρίζει πόσο ἅγιος εἶναι ὁ Θεὸς καὶ πόσο ἐκεῖνος τὸν πρόσβαλε μὲ τὶς ἁμαρτίες του. Ξέρει πῶς εἶναι τὰ πάντα γνωστὰ στὸν Θεὸ τὸν παντογνώστη. Ξέρει πὼς δὲν μπορεῖ τίποτα νὰ κρύψη καὶ πὼς δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἕνας δρόμος τοῦ μένει ἀνοικτός. Νὰ ζητήση τὸ ἔλεος, τοῦ, νὰ μετανοήση, καὶ νὰ ἀλλάξει ζωή.

Ἀναγνωρίζει τὸ ἀμέτρητο ἔλεός του Θεοῦ καὶ τὸ ἀσήκωτο βάρος τῶν δικῶν τοῦ ἁμαρτιῶν. Ἡ ἀλλαγὴ ἔγινε, ἢ μετάνοια καρποφόρησε. Ἡ εὐλογία καὶ ἢ χάρης τοῦ Θεοῦ ἁπλώνεται στὰ βάθη τῆς ψυχῆς του. Ἡ προσευχὴ τελείωσε. Ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ Τελώνης κατέβηκαν ἀπὸ τὸν ναὸ καὶ ἔφυγαν γιὰ τὰ σπίτια τους. Ὁ Χριστὸς τοὺς βαθμολόγησε. Ὁ Φαρισαῖος βαθμολογήθηκε μὲ μηδέν, γιὰ τὸν ἐγωϊσμό του, γιὰ τὴν ὑποκρισία του, γιὰ τὴν φαινομενικὴ ἀρετή του. Ὁ ἁμαρτωλὸς Τελώνης δικαιώθηκε μὲ τοὺς στεναγμοὺς μὲ τὰ δάκρυα, καὶ μὲ τὴν μετάνοιά του.

Εἴδαμε καὶ τοὺς δύο τύπους ἀνθρώπων ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν κοινωνία μας. Καὶ οἱ δύο ἀντιπροσωπεύουν τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶναι στὴν ἁμαρτία. Οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Τελῶνες σὲ κάθε ἐποχὴ λερώνουν καὶ μαυρίζουν τὴν κοινωνία μὲ ἀδικίες καὶ ὑποκρισίες, μὲ βιαιότητες καὶ ἀπάτες, μὲ ἀσπλαχνία καὶ δολιότητα. Μόνο ὅταν μετανοήση ὁ ἄνθρωπος ἀγαπητοί μου, παύει νὰ εἶναι συμφορὰ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἐνῶ ἀπεναντίας γίνεται εὐεργετικὸς καὶ τίμιος. Ὅσο κανεὶς μένει σὰν τὸν Φαρισαῖο, πάντα θὰ εἶναι ἄδικος καὶ πονηρὸς περισσότερο ἀπὸ τὸν Τελώνη γιατί χρησιμοποιεῖ σὰν μέσον τὴν ἴδια τοῦ τὴ θρησκεία καὶ ἐκμεταλλεύεται τὴν πίστη καὶ τὴν εὐσέβεια τῶν ἄλλων.

Ἀπὸ σήμερα, ἀδελφοί μου, στὴν ἀρχὴ τοῦ Κατανυκτικοῦ Τριωδίου, στὴν ἀρχὴ καὶ τὴν εἴσοδο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία, μᾶς καλεῖ σὲ συναίσθηση τῆς πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς μας καταστάσεως καὶ ζητᾶ τὴν μετάνοιά μας καὶ τὴ διόρθωση τοῦ βίου μας. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ καυχᾶται γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητά του. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ ἔνοχοι μπροστὰ στὸ Θεό. Ἡ ἐπίδειξη ἀρετῆς εἶναι φαρισαϊσμός. Ἡ ψυχὴ μᾶς ζητᾶ τὸν Θεό της καὶ ὅταν ἀκόμα ἐπιδιώκουμε νὰ τὸν ἀρνηθοῦμε. Δὲν ζοῦμε στὸ θέλημά του καὶ παραμερίζουμε τὸν νόμο του, γιατί μᾶς ἐμποδίζουν τὰ πάθη μας σὰν τὸν Φαρισαῖο καὶ τὸν Τελώνη τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου, ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἢ δίψα τοῦ πλούτου.

Ἡ ψυχὴ μᾶς στενάζει κάτω ἀπὸ τὸ βαρὺ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μετάνοια εἰλικρινὴς καὶ ταπείνωση εἶναι τὸ κλειδὶ τῆς σωτηρίας, ὅπως ἐπιγραμματικὰ τονίζει στὴν σημερινὴ περικοπὴ τοῦ εὐαγγελίου ὁ Κύριος: «πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται».

Εμφανίσεις Άρθρων
2431871
  • Τετάρτη
    17 Ιανουαρίου

    Αντωνίου του Μεγάλου, Αχιλλά οσίου, Γεωργίου

footer
Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ